Σάββατο, 27 Νοε 2021

Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με ένα ιδιαίτερο βιβλίο που ρίχνει φως σε ένα ζήτημα που μας απασχολεί ακόμα και στις μέρες μας

Ένα από τα μεγάλα οφέλη της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση είναι ότι βγήκαν αρκετά αξιόλογα βιβλία που πραγματεύονται πολλές πτυχές της Ιστορίας που μας ήταν λιγότερο γνωστές ή που δεν είχε δοθεί μέχρι πρότινος τόση μεγάλη προσοχή. Με αφορμή ένα από αυτά τα βιβλία, το «Ελληνική επανάσταση και δημόσια οικονομία» κάναμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον συγγραφέα του, Σίμο Μποζίκη.

Τι στάθηκε αφορμή για να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Θα έλεγα ότι το βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των 200 ετών. Αποτελεί μερικώς επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής μου, η οποία υποστηρίχθηκε το 2018 στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Ορισμένες από τις ιδέες που επεξεργάστηκα εκεί, μού είχε δοθεί η ευκαιρία να τις παρουσιάσω νωρίτερα, το 2016 στο ανοιχτό σεμινάριο της Ελληνικής Εταιρείας Οικονομικής Ιστορίας και το 2015 σε συνέδριο της Εταιρείας Μελέτης του Νέου Ελληνισμού. Φτάνουμε έτσι πίσω στην αφορμή της συγγραφής, οι απαρχές της οποίας βρίσκονται στην αφετηρία της προηγούμενης δεκαετίας. Ήταν μια απόφαση που βασίστηκε σε μια πρώτη ερευνητική εμπειρία στο ογκώδες αρχειακό υλικό της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) και στη διαπίστωση ότι αυτό το υλικό δεν είχε ενσωματωθεί στις λίγες μελέτες που είχαν αντικείμενο τα οικονομικά του αγώνα.

1821-2021 πώς νιώθετε να γράφετε ένα βιβλίο για την Ελληνική Επανάσταση;

Ευχαριστώ γι’ αυτήν την ερώτηση η οποία φέρνει στο νου πολύ ιδιαίτερες μνήμες. Η σχέση μου με το Εικοσιένα διαμορφώθηκε μέσα από δύο εμπειρίες: του φοιτητή και, στη συνέχεια, του νέου ερευνητή. Οι προπτυχιακές σπουδές στις Οικονομικές Επιστήμες δεν με έφεραν σε επαφή με το Εικοσιένα· αυτό το ενδιαφέρον προέκυψε μάλλον έμμεσα, ύστερα από προσωπικές και συλλογικές αναζητήσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, που οδήγησαν στη συμβολή του Γιάνη Κορδάτου και άλλων συγγραφέων με συναφή οπτική. Επί της ουσίας όμως το Εικοσιένα άρχισε να με απασχολεί συστηματικά στο πλαίσιο μεταπτυχιακών σπουδών Ιστορίας, καθώς το ενδιαφέρον μου για τις επαναστάσεις τροφοδοτήθηκε με νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία. Βέβαια, δεν μπορούσα τότε να φανταστώ ότι θα γράψω ένα βιβλίο για την Ελληνική Επανάσταση. Πρώτα με τράβηξε η έρευνα και η γοητεία της ανακάλυψης, η μαγεία που η Αρλέτ Φαρζ έχει περιγράψει στη Γεύση του Αρχείου  (εκδ. Νεφέλη 2004), τόσο που εγκλωβίστηκα αναβάλλοντας το πέρασμα στη συγγραφή. Εν τέλει, οποιοδήποτε κι ήταν το θέμα του βιβλίου θα το έβλεπα με τον ίδιο τρόπο –ήταν μια εμπειρία που με επηρέασε βαθιά σε πολλά επίπεδα–, αλλά σαφώς δεν ήταν τυχαία η επιλογή. Φέρει μέσα της τη λογική της διεξαγωγής πρωτογενούς έρευνας σε ένα μείζων γεγονός κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού, κομβικό για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για το βιβλίο;

Εκ των υστέρων όλα φαίνονται τακτοποιημένα στη θέση τους: η κεντρική ιδέα, η πλοκή, το περιεχόμενο, οι 576 σελίδες διαιρεμένες σε δύο μέρη, η εκτενής κατατοπιστική εισαγωγή και τα επτά κεφάλαια, οι 54 σύντομοι πίνακες, τα 44 παραστατικά διαγράμματα και οι 31 χάρτες, το πρόσθετο υλικό στο παράρτημα και τα τρία ευρετήρια (θεματικό, προσώπων, γεωγραφικών όρων). Επί της ουσίας πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που διαμορφώθηκε βαθμιαία, παράλληλα με τις προσωπικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις· αφενός με κοπιαστική δουλειά και πολύ χρόνο σε μεταγραφές αρχειακού υλικού, ελέγχους, (προ)επεξεργασίες και απεικονίσεις, συμπληρωματική έρευνα, αποδελτιώσεις, συγγραφή και δημιουργία ευρετηρίων· αφετέρου με μεγάλο ενθουσιασμό για τα ευρήματα, με ουσιώδεις συζητήσεις με ιστορικούς που επεξεργάζονται άλλες όψεις της Επανάστασης και, κυρίως, με την επιστημονική καθοδήγηση του Πέτρου Πιζάνια, Ομότιμου Καθηγητή Ιστορίας, ο οποίος προλογίζει την έκδοση.

Ο τίτλος του Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία οριοθετεί το βασικό ζήτημα που διατρέχει όλο το βιβλίο: την έμφαση σε θεσμούς, πρακτικές, μηχανισμούς και πλέγματα σχέσεων που φανερώνουν ότι ένα μέρος των οικονομικών του αγώνα πήρε τη μορφή της δημόσιας οικονομίας. Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους 1821-1832 ως υπότιτλος συνιστά μια συμπληρωματική συνιστώσα της έρευνας, ένα άλλο ιστοριογραφικά παραγνωρισμένο ζήτημα, αυτό της συγκρότησης του επαναστατικού κράτους και της χαρτογράφησης σημείων καμπής σχετικά με τις απαρχές της μακράς διαδικασίας διαμόρφωσης του ελληνικού εθνικού κράτους.

Θα έλεγα, έτσι, ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά τόσο τους ερευνητές όσο και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που ενδιαφέρεται να ενημερωθεί αφενός για τους υλικούς πόρους και τις πηγές στις οποίες βασίστηκε η διεξαγωγή της Επανάστασης του 1821, αφετέρου για τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώθηκαν με άξονα αυτούς τους πόρους.

Τι έχετε ξεχωρίσει από το βιβλίο σας και γιατί;

Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται, καταγράφονται και εξετάζονται για πρώτη φορά με συστηματικότητα, από ανέκδοτες κυρίως πηγές, σειρές προϋπολογισμών και ισολογισμών της κεντρικής διοίκησης, εκτεταμένα και συνεχή ποσοτικά στοιχεία για τις δαπάνες και τα κυριότερα έσοδα (φόροι, έρανοι, εκποιήσεις εθνικών ακινήτων, λείες-λάφυρα), τα βασικά κονδύλια των εξωτερικών δανείων σε συνδυασμό με τη χρήση τους, σε κάθε περίπτωση μέσα από λεπτομερείς πίνακες, χάρτες και διαγράμματα.

Αρχικά εντοπίζονται διεργασίες στις οποίες προοιωνίζεται ο χώρος των οικονομικών του Αγώνα στο πλαίσιο της Φιλικής Εταιρείας και κατά τους πρώτους μήνες της Επανάστασης. Στη συνέχεια, δίνεται έμφαση στο τμήμα του παραπάνω χώρου που άρχισε να παίρνει τη μορφή των δημόσιων οικονομικών. Έτσι, αναδεικνύονται οι δημοσιονομικοί θεσμοί και οι συναφείς με αυτούς πρακτικές, η λειτουργία και η στελέχωση της Διοίκησης, οι μηχανισμοί και η έκταση του δημόσιου οικονομικού χώρου με βάση διαδοχικούς γενικούς λογαριασμούς. Έπειτα, με βάση τα δημόσια έσοδα και τα δάνεια του Λονδίνου (1824-1825) επανεξετάζονται διαδεδομένες ιδέες για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης και εντοπίζεται η σημασία τους στη διαμόρφωση ενιαίου εθνικού πολιτικού κέντρου, μέσα από τις αμοιβαιότητες, τις διενέξεις και τις ανοιχτές ρήξεις στους κόλπους της εθνικής Διοίκησης για την πρωτοκαθεδρία στον έλεγχο των πόρων και τη διεύθυνση των «αρμάτων» με βάση την εγκαθιδρυμένη αρχή του νόμου.

Εν τέλει, οι παραπάνω όψεις οδηγούν σε μια ενδελεχή κατανόηση των οικονομικών του Αγώνα και σε νέες ερμηνείες σχετικά με την καθιέρωση-λειτουργία σύγχρονων θεσμών και τη συγκρότηση του νέου εθνικού κράτους στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και μας επιτρέπουν να ελέγξουμε κριτικά τις κυριότερες ιστοριογραφικές ερμηνείες από την εποχή του Α. Ανδρεάδη που τοποθετούν την ουσιαστική αφετηρία αυτών των διαδικασιών στο 1828.

Ποια παιδική ανάμνηση έχετε έντονα χαραγμένη που να αφορά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου;

Οι παιδικές αναμνήσεις μου από την 25η Μαρτίου δεν διαφέρουν από εκείνες των υπόλοιπων παιδιών της γενιάς μου: παρέλαση, κάποιοι μαθητές με στολή τσολιά, ποιήματα με έντονες αναφορές στο ηρωικό στοιχείο, ο Θούριος του Ρήγα, κάποιες πιο στοχαστικές ομιλίες των εκπαιδευτικών στο Λύκειο, οπωσδήποτε μια μέρα που έσπαγε τη ρουτίνα της σχολικής καθημερινότητας αλλά και μια αίσθηση τετριμμένου. Πρέπει όμως να προσθέσω ότι αυτή η εμπειρία συμπληρωνόταν από τις γιορτές για το Πολυτεχνείο –που ήταν εγγύτερες από πολιτισμική άποψη στη γενιά μου και άφηναν κάποια περιθώρια μαθητικής αυτό-οργάνωσης στο μουσικό σκέλος–, διότι αυτές οι γιορτές ενίοτε ενσωμάτωναν το Εικοσιένα στη γενεαλογία των αγώνων του ελληνικού λαού, ανεξάρτητα αν τελικά επρόκειτο για μια ερμηνεία που είχε τις δικές της μυθολογίες, πλάι στους μύθους της εθνικής ιστοριογραφικής σχολής.

Πώς θα μιλούσες σε ένα παιδί και πώς σε έναν έφηβο για την Ελληνική Επανάσταση – πού θα εστίαζες, τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που πρέπει να κρατήσουν από τον επαναστατικό αγώνα του 1821.

Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε γόνιμα όλες τις συνιστώσες της Επανάστασης του 1821, άλλωστε κάθε εποχή τροφοδοτεί τα δικά της ερωτήματα. Πιστεύω ότι το κρίσιμο δεν είναι τόσο το πού θα εστιάσουμε –χωρίς αυτό να σημαίνει να αγνοήσουμε ή να αποσιωπήσουμε– όσο το πώς θα προσεγγίσουμε ένα ζήτημα. Ακριβώς γι’ αυτό, εκείνο που ίσως αξίζει περισσότερο να συζητηθεί είναι η κατανόηση του γενικού μηχανισμού βάσει του οποίου γίνεται αντιληπτό το παρελθόν.

Πρώτα δηλαδή χρειάζεται να σκεφτούμε πόσο μακριά φτάνει η λογική της ιστορίας-παράδειγμα, που επικεντρώνει στην εξιδανίκευση/απόρριψη παρά στην κριτική ανάλυση, αναπαράγει τον εγκλεισμό του νοήματος με άξονα το φρόνημα και, τελικά, αδρανοποιεί το ενδεχόμενο διατύπωσης ερωτημάτων τα οποία ξεφεύγουν από το κατά περίπτωση κυρίαρχο παράδειγμα. Παράλληλα, χρειάζεται να λάβουμε υπόψη τα εκάστοτε κυρίαρχα οράματα ιστορικής μεταβολής – ανάπλασης της κοινωνίας, διότι αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε το παρελθόν. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι εμείς θέτουμε ερωτήματα (σήμερα), για να κατανοήσουμε τις συνθήκες και τα υποκείμενα μιας άλλης εποχής, όπως αυτά είχαν αντιληφθεί τα πράγματα, τον εαυτό τους και τους άλλους, την ιστορία τους και τον ορίζοντα του μέλλοντός τους. Ερχόμαστε έτσι σε ένα ακόμα σημείο που είναι η λεπτή διάκριση του έργου των ιστορικών από τις ατομικές και συλλογικές μνήμες, η σχέση της διδασκαλίας της ιστορίας με τη διαμόρφωση της μνήμης και ο ρόλος των βιωμάτων. Συχνά, το ίδιο το παρελθόν –δηλαδή η ερμηνεία του– καθίσταται αντικείμενο διαμάχης. Αυτές οι διαμάχες έχουν μεγάλη σημασία, αναπόφευκτα επηρεάζουν την ιστοριογραφία, αλλά η ίδια έχει την ευθύνη των μεθόδων που την καθιστούν αυτόνομο επιστημονικό πεδίο.

Εργάζομαι στο δημόσιο λύκειο σχεδόν 15 χρόνια. Όπως είναι σήμερα, η θεσμοποιημένη-σχολική ιστορία δεν συγκροτεί αναχώματα στη διάχυση στερεοτύπων, ίσως μάλιστα σε ένα βαθμό να τα διευκολύνει· δεν προβλέπει διδακτικό χρόνο για προβληματισμό και πρωτογενή επεξεργασία των ιστορικών ζητημάτων, δηλαδή σε διαδικασίες που ενισχύουν την πρακτική του αυτόνομου-ενεργού πολίτη ο οποίος στοχάζεται κριτικά και με ορθολογισμό το κληρονομημένο παρελθόν και τα μεγάλα ερωτήματα του καιρού του.

Υπάρχει κάποιο ποίημα ή λογοτεχνικό έργο που αφορά την Ελληνική Επανάσταση που σας συγκινεί όταν το διαβάζετε ακόμα και σήμερα;

Σκέφτομαι την ερώτησή σας ως ένα ατελείωτο πήγαινε έλα, στο οποίο η αναζήτηση της συγκίνησης μεταλλάσσεται σε συγκίνηση της αναζήτησης και καθιστά αυτές τις μορφές γραφής αντικείμενο μελέτης για το ιστοριογραφικό έργο: την ποίηση που συμπυκνώνει μεγάλα ιστορικά διακυβεύματα «As the Liberty lads o’er the sea / Bought their freedom, and cheaply, with blood, / So we, boys, we / Will die fighting, or live free, / And down with all kings but King Ludd!», έγραφε ο Λόρδος Βύρωνας)· την προφορική λογοτεχνία και το δημοτικό τραγούδι με ό,τι αυτά περιέχουν για την ιδέα της δικαιοσύνης· τα ηθογραφικά διηγήματα του Γιάννη Βλαχογιάννη και άλλων, όπως ο Δεκατιστής του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη που συλλαμβάνει όψεις της μακράς διάρκειας και των μηχανισμών («ο κυρ-Δημάκης είχεν άλλους φόβους (…) και άλλαι θλίψεις ετάρασσον το δεκατιστικόν πνεύμα του. Μη έβγη άλλος και τον κτυπήση! Μη πάρη ακριβά τα δέκατα!», «ως και την θάλασσα την δεκατίζει αυτός ο δεκατιστής!»). Εκείνο επίσης που με ευχαριστεί είναι μια μορφή παράλληλης ανάγνωσης –ενδεικτικά, από τη μία τη μελέτη του Διονύση Τζάκη, Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη: από τον κλεφταρματολό στον επαναστάτη (εκδ. ΕΑΠ, 2021) και από την άλλη το μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου, Πότε διάβολος πότε άγγελος (εκδ. Μεταίχμιο 2021)– για λόγους που σε ένα βαθμό έχουν να κάνουν με το ζήτημα της ιστορικής και της λογοτεχνικής γραφής.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης και γιατί; 8. Ποια προσωπικότητα έχουμε περισσότερο ανάγκη στην εποχή μας;

Ευρύτερα μιλώντας, μια εκδοχή ερευνητικού ενδιαφέροντος για το παρελθόν είναι η μελέτη των δομών (στις οποίες βέβαια εγγράφονται μορφές δράσης και οπτικές των ανθρώπων). Ωστόσο, μια καμπύλη με τις τιμές των σιτηρών δεν έχει νόημα αν τελικά δεν συνδέεται με ερωτήματα για τους ανθρώπους μιας εποχής και τις μεταξύ τους σχέσεις. Στο άλλο άκρο, παλαιότερα, είχε βρεθεί η άποψη ότι η ιστορία είναι έργο των μεγάλων προσωπικοτήτων. Ωστόσο, σήμερα, γνωρίζουμε καλά, ότι το κρίσιμο είναι να αναλύσουμε την κοινωνική σημασία/λειτουργία του ηρωικού φαινομένου, το ποιοι θεωρήθηκαν ήρωες, πότε και γιατί.

Θα έλεγα ότι αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουμε τη στάση, τη δράση και τις αντιλήψεις των αγωνιστών την Επανάστασης, ανδρών και γυναικών, και γενικά των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Και να σκεφτούμε ότι η πολιτική ελευθερία/ισότητα δεν ήταν παρά η αρχή, προκειμένου να καταστούν αντικείμενο επεξεργασίας κι άλλες εκδοχές ισότητας και ελευθερίας. Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά δεν αναιρούν ότι συχνά αναγνωρίζουμε σε ορισμένους δρώντες δικές μας βαθύτερες ανησυχίες. Εκεί είναι που απαιτείται μεγάλη τέχνη ώστε αυτές οι ανησυχίες να μετασχηματιστούν σε ιστοριογραφικά ερωτήματα, τα οποία έχουν τους δικούς τους κανόνες. Στη δική μου περίπτωση, θα έλεγα ότι με συγκινούν μορφές όπως αυτή του Αναστάσιου Πολυζωΐδη, που ενσωματώνει το παράδειγμα του νεαρού επαναστάτη διανοούμενου, και σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο ο ανώνυμος συντάκτης της Ελληνικής Νομαρχίας (1806) που έθεσε μαζί με άλλους τα προγραμματικά θεμέλια της Επανάστασης του 1821.

Πώς νιώθετε ως Έλληνας και άνθρωπος των γραμμάτων στην εποχή του κορωνοϊού για την επέτειο της Επανάστασης;

Σας ευχαριστώ πολύ γιατί, με αυτήν την ερώτηση, μου δίνετε την ευκαιρία να πω ότι μιλάω κυρίως ως νέος ερευνητής, αλλά δεν απουσιάζει από το σκεπτικό μου, σε αυτή τη συζήτηση, η οπτική γωνία του πολίτη. Έως πρόσφατα, με το Εικοσιένα ασχολούνταν ένα ολιγάριθμο δυναμικό που διευρύνθηκε αισθητά πριν από δύο τρία χρόνια, στο πλαίσιο έργων που άρχισαν ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και άλλοι φορείς. Από τους κόλπους αυτών των πρωτοβουλιών προέκυψαν σημαντικά ερευνητικά αποτελέσματα, πολύ καλά συνέδρια και κύκλοι ομιλιών. Έχει ενδιαφέρον μάλιστα ότι πολλές συζητήσεις και ομιλίες  πραγματοποιήθηκαν σε διαδικτυακές διαδραστικές πλατφόρμες. Αυτή η εξ αποστάσεως διαδικασία είχε σαφώς τα μειονεκτήματά της, ωστόσο, ήταν γόνιμη, αν λάβουμε υπόψη ότι η τηλεόραση δεν οργάνωσε εκπομπές λόγου για το Εικοσιένα. Δεν έλλειψαν βέβαια πρωτοβουλίες με τετριμμένο περιεχόμενο (εκδοτικές σειρές κ.ά.), αφιερώματα κονσέρβα σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες και κακόγουστες εκδηλώσεις. Θα έχουμε τον χρόνο όμως να αποτιμήσουμε καλύτερα το τρέχον επετειακό έτος αφού ολοκληρωθεί, με ψυχραιμία και χωρίς βιασύνη. 

 

«Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον» είπε ο Γιώργος Σεφέρης: Πιστεύει ο σημερινός άνθρωπος στη σπουδαιότητα της ιστορίας ή θέλει να γράψει ο ίδιος ιστορία ερήμην του παρελθόντος του;

Ευρύτερα μιλώντας, η υποχώρηση του ενδιαφέροντος για τα μεγάλα προγράμματα/σχέδια αλλαγής του κόσμου και για την ουτοπία άφησε μεγάλο χώρο στη γοητεία του εφήμερου. Τα λόγια του Σεφέρη «φωτογραφίζουν» το ζήτημα της σχέσης μας με το παρελθόν και το μέλλον. Το ίδιο όμως σοβαρά οφείλουμε να λάβουμε υπόψη άλλους μεγάλους στοχαστές, που έχουν επισημάνει τις συνέπειες της υπερβολικής μνήμης και της υποερβολικής λήθης. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη σπουδαιότητα της σύγχρονης ιστοριογραφικής επιστήμης που παρέχει εργαλεία για να σκεφτούμε κριτικά και αναστοχαστικά τις πολλαπλές δυνατότητες της εποχής μας και τη σχέση μας με το παρελθόν.

Ποιο το περιεχόμενο για εσάς της έννοιας πατριωτισμός 200 χρόνια μετά την επανάσταση. Ή αλλιώς πώς ο σύγχρονος Έλληνας μπορεί σήμερα να κάνει πράξη την αγάπη του για την πατρίδα;

Όπως έχει επισημάνει ο Πέρυ Άντερσον στο έδαφος των επαναστάσεων του 18ου αιώνα συστηματοποιήθηκε η ιδεολογική σύλληψη της έννοιας του έθνους και δημιουργήθηκε η ιδέα που έχουμε για το έθνος ως λαϊκή συλλογικότητα. Το έθνος, τότε, ήταν ιδανικό του μέλλοντος· αυτό που επρόκειτο να δημιουργήσουν εκείνοι που αξίωναν να καταστούν ελεύθεροι πολίτες, που με την αναφορά σε φυσικά και ιστορικά δικαιώματα οραματίστηκαν και υλοποίησαν την ανατροπή του αυτοκρατορικού δεσποτισμού.

Ασφαλώς, τα πράγματα ήταν πιο πολύπλοκα· το παραπάνω εννοιολογικό πλαίσιο δεν αρκεί για να καταλάβουμε διεργασίες και μετασχηματισμούς που ήταν ήδη σε εξέλιξη στα κατά περίπτωση «Παλαιά Καθεστώτα». Αρκεί όμως, για να ορίσουμε κωδικοποιημένα ότι ανάμεσα στο 1776 και στο 1830 ο επαναστατικός πατριωτισμός ήταν συνυφασμένος με οικουμενικές αξίες που ενσωματώθηκαν σε δημοκρατικά συντάγματα. Αρκεί επίσης για να σκεφτούμε την έννοια και τη σημασία του πατριωτισμού στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης.

Από εκεί και πέρα, όπως είναι γνωστό, ούτε το περιεχόμενο των εννοιών παραμένει σταθερό ούτε οι κοινωνίες. Το κρίσιμο είναι να αναπτύσσουμε αναλυτικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε κριτικά και ορθολογικά τα πράγματα, με άξονα τις πιο δημοκρατικές παραδόσεις αυτού του τόπου, από το Εικοσιένα μέχρι τις μέρες μας. Από την Ελληνική Επανάσταση, όπως και από τη Γαλλική Επανάσταση, έχουμε κληρονομήσει την έννοια της πατρίδας συνυφασμένη με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας· αυτό το θεμέλιο είναι που 200 χρόνια μετά μας υπενθυμίζει ότι το μέλλον αυτής της χώρας είναι (και οφείλει να είναι) υπόθεση των πολλών.

Αν ο όρος επανάσταση δηλώνει μια ριζική και γρήγορη μεταβολή μιας κατάστασης ποια θα ήταν μια επανάσταση του 2021;

Ας σκεφτούμε ότι η επανάσταση είναι ένα γεγονός με δική του διάρκεια, ταυτόχρονα ανατρεπτικό και εξουσιαστικό που, καθώς πραγματοποιείται, διαμορφώνει ξανά και ξανά τα υποκείμενα που το υλοποιούν και τις μεταξύ τους σχέσεις· ότι οι επαναστάσεις, σε ένα βαθμό, επικυρώνουν αλλαγές που είναι ήδη σε εξέλιξη, ότι προκαλούν νέους, εν μέρει αθέλητους, μετασχηματισμούς και ότι αποτελούν ένα κύμα μέσα σε εγχειρήματα μεγάλου ιστορικού βεληνεκούς (ενδεικτικά, το πολιτειακό ζήτημα στην Ελλάδα διευθετήθηκε το 1974 αλλά έχει ρίζες που φτάνουν στο Εικοσιένα). Κερδίσαμε την ελευθερία μας με επανάσταση και αυτό αποτελεί πολύ σπουδαία παρακαταθήκη, γιατί μέσα από αυτή τη διαδικασία συγκροτηθήκαμε ως λαός· εκεί νομίζω βρίσκεται η αξία του επαναστατικού προτάγματος σήμερα, ότι προσανατολίζει τη σκέψη και τη δράση με άξονα ένα πρόγραμμα χειραφέτησης.

ΠΡΟΣΩΠΟ – Βιβλιοnet (biblionet.gr)

Back To Top

Like what you see?

Hit the buttons below to follow us, you won't regret it...