Aθυρόστομος, παρορμητικός και οξύθυμος. Φιλονικούσε, βλαστημούσε και ειρωνευόταν τους αντιπάλους σε τέτοιο σημείο που έβαζε σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια του τη ζωή του. 

Κάποτε που ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος, στο στρατόπεδό του στον Πειραιά, φώναξε έναν Ευρωπαίο γιατρό να τον εξετάσει. Μόλις όμως ο στρατάρχης τον αντίκρισε από μακριά, εκτίμησε ότι πρόκειται για κομπογιαννίτη. Έτσι, διέταξε ένα από τα παλικάρια του να ξαπλώσει δίπλα του στο κρεβάτι, να κουκουλωθεί με τα σκεπάσματα και να δώσει εκείνος το χέρι όταν του ζητηθεί. Όντως ο γιατρός παίρνει σε κάποια στιγμή το χέρι του παλικαριού πιστεύοντας ότι είναι του Καραϊσκάκη και κουνώντας το κεφάλι του λέει: «Έχεις χάσει πολύ τις δυνάμεις σου στρατηγέ μου». Ο αγωνιστής πετάει μεμιάς τα σκεπάσματα και ο γιατρός μένει άναυδος. «Κάτι άλλο μου έπεσε γιατρέ, όχι οι δυνάμεις μου» του αποκρίθηκε δείχνοντας τη γενετήσια περιοχή του.

Ο Καραϊσκάκης αρχίζει τις ειρωνείες. Σκαρφαλώνει ενθουσιασμένος σε έναν ψηλό βράχο για να τον βλέπουν καλά, σηκώνει τη φουστανέλα και αρχίζει να δείχνει στον αντίπαλο τα οπίσθιά του, τα οποία όμως έγιναν... ελκυστικός στόχος για τους Τούρκους σκοπευτές. Ένας εξ αυτών σημαδεύει, πυροβολεί και τον τραυματίζει στα γεννητικά όργανα.

Εντάξει, για να ακριβολογούμε, ο αγωνιστής του 1821 ήταν πολύ πιο χυδαίος στην απάντησή του αλλά δύσκολα θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε ακριβώς τα λεγόμενά του. Έτσι ήταν όμως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης από μικρός. Πολύ αθυρόστομος, παρορμητικός και οξύθυμος. Φιλονικούσε, βλαστημούσε και ειρωνευόταν τους αντιπάλους σε τέτοιο σημείο που έβαζε σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια του τη ζωή του. Μια φορά ανέβηκε σ’ ένα βράχο μόνο και μόνο για να δείξει τα οπίσθιά του στους Τούρκους, με αποτέλεσμα να δεχθεί ένα βόλι. Κι όλα αυτά μόλις είχε ξεκινήσει η Επανάσταση.

Τον παρορμητικό χαρακτήρα τον είχε από μικρός κάτι που οφείλεται αναμφισβήτητα στα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια.

Έδειχνε τα οπίσθιά του

Ήταν 30 Μαΐου του 1821. Ο Καραϊσκάκης μαζί με τον αρματολό των Τζουμέρκων Γιαννάκη Κουτελίδα και 40 άνδρες επιτίθενται κατά των Οθωμανών που βρίσκονταν στη πεδινό Κομπότι, νοτιοανατολικά από την πόλη της Άρτας. Δεν καταφέρνουν όμως να επιβληθούν. Επιχειρούν νέα επίθεση στις 8 Ιουνίου. Μετά από μια σφοδρή μάχη διάρκειας έξι ωρών οι Έλληνες κατορθώνουν αυτή τη φορά να οδηγήσουν σε οπισθοχώρηση τα στρατεύματα του Ισμαήλ πασά Πλιάσα.

Ο Καραϊσκάκης, βλέποντάς τους να τρέπονται σε φυγή, αρχίζει τις ειρωνείες. Σκαρφαλώνει ενθουσιασμένος σε έναν ψηλό βράχο για να τον βλέπουν καλά, σηκώνει τη φουστανέλα και αρχίζει να δείχνει στον αντίπαλο τα οπίσθιά του, τα οποία όμως έγιναν... ελκυστικός στόχος για τους Τούρκους σκοπευτές. Ένας εξ αυτών σημαδεύει, πυροβολεί και τον τραυματίζει στα γεννητικά όργανα. Ευτυχώς το τραύμα ήταν επιπόλαιο και δεν προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά. Ανάρρωσε στο Λουτράκι όπου μεταφέρθηκε και λίγο καιρό αργότερα ξεχυνόταν εκ νέου στη μάχη.

Καρπός παράνομης σχέσης

Τον παρορμητικό χαρακτήρα τον είχε από μικρός κάτι που οφείλεται αναμφισβήτητα στα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Γεννήθηκε 23 Ιανουαρίου του 1782 στον ημιορεινό οικισμό Μαυρομμάτι Καρδίτσας (ή κατ’ άλλους στο χωριό Σκουκηκαριά της Άρτας) και ήταν νόθο παιδί μιας καλόγριας. Η όμορφη μητέρα του, Ζωή Διμισκή (ή Ντιμισκή) μετά το θάνατο του συζύγου της αποφάσισε να μονάσει, ωστόσο μετά από λίγο καιρό ερωτεύτηκε τον Σαρακατσάνο αρματολό Δημήτριο Ίσκο ή Καραΐσκο.

Λέγεται πως όταν ο Πασάς ρώτησε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: "Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο, αν για τίποτα ρίξε με στη λίμνη".

Προκειμένου να μην γίνει αντιληπτό το αμάρτημά της από την τοπική κοινωνία, καταφεύγει στο Μαυρομμάτι απ’ όπου καταγόταν ο θανών σύζυγός της και κρύβεται σε μια σπηλιά κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Δύο μήνες έκατσε εκεί, ζώντας με τρόφιμα που της έφερνε ο συγγενής της γέροντας ηγούμενος μέχρι να γεννήσει τον μετέπειτα ήρωα του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα. Η ίδια, μην αντέχοντας τον διασυρμό εξαιτίας του γεγονότος ότι είχε φέρει στον κόσμο ένα παιδί από παράνομη σχέση, πέθανε όταν ο Γεώργιος ήταν οκτώ ετών.

Σωματοφύλακας του Αλή Πασά

Ο «γιος της καλόγριας» όπως τον αποκαλούσαν, ήταν πολύ ατίθασος. Εγκατέλειψε τους θετούς γονείς του και σε ηλικία μόλις 15 ετών σχημάτισε κλέφτικη ομάδα με συνομηλίκους του. Τρία χρόνια αργότερα όμως θα πέσει στα χέρια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που παραδόξως θα τον συμπαθήσει.

Λέγεται πως όταν ο Πασάς ρώτησε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: "Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο, αν για τίποτα ρίξε με στη λίμνη". Τον προσλαμβάνει στην προσωπική του σωματοφυλακή, του δίνει την ευκαιρία να μάθει την στρατιωτική τέχνη και παράλληλα διδάσκεται στοιχειώδη ανάγνωση και γραφή. Η παραμονή την αυλή του Πασά θεωρείται η πιο σκοτεινή περίοδος της ιστορίας του αφού θα χρειαστεί μέχρι και να πολεμήσει στο πλευρό του. Όσο βρισκόταν  στο οθωμανικό στρατόπεδο θα παντρευτεί την Εγκολπία Σκυλοδήμου που καταγόταν από γνωστή φαμίλια αρματολών. Μαζί θα αποκτήσουν δύο κόρες (Πηνελόπη, Ελένη) και έναν γιο (Σπύρο).

Πριν ακόμη ξεσπάσει η Επανάσταση λιποτακτεί, αποσύροντας από τα πολιορκούμενα Ιωάννινα την οικογένειά του την οποία στέλνει στην νήσο Κάλαμο. Τους πρώτους μήνες του 1821 καλεί τους κατοίκους της Βόνιτσας σε εξέγερση κατά των Τούρκων αν και οι προύχοντες της περιοχής θεωρούν πως δεν ήταν ακόμα κατάλληλος ο καιρός, οπότε μεταβαίνει στα Τζουμέρκα οργανώνοντας τον τοπικό πληθυσμό.

Καπετάνιος των Αγράφων

Από τη νεαρή ακόμη ηλικία φιλοδοξούσε να γίνει κάποια μέρα καπετάνιος των Αγράφων. Το όνειρό του θα γίνει πραγματικότητα με τη βοήθεια του αρματολού Γιαννάκη Ράγκου και τους περί αυτών Βαλτινούς. Τον πρώτο καιρό που κατέχει το αξίωμα αποφεύγει να προσβάλει τους Τούρκους, υποκρινόμενος υποταγή στον σουλτάνο ώστε να αποφύγει τις επιδρομές του οθωμανικού στρατού στην περιοχή του. Όταν τον Νοέμβριο του 1822 οι Τούρκοι εισβάλλουν στη Στερεά Ελλάδα ειδοποιεί τον γέροντα οπλαρχηγό της Άμφισσας Δημήτριο Ξηρό ή Πανουργιά ότι «διαπραγματεύτηκε προσωρινά μαζί τους να αρχηγέψει στα Άγραφα και έτσι αυτοί να μην έλθουν».  

Την κίνησή του αυτή θα την πληρώσει αργότερα ακριβά καθώς ο πρόεδρος του Εκτελεστικού (ο αντίστοιχος πρωθυπουργός στις μέρες μας) Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος θα τον κατηγορήσει, ότι «είχε στείλει επιστολή στον πασά Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό». Προκειμένου να διαλευκανθεί η «αποκάλυψη της προδοσίας», συστήνεται στις 30 Μαρτίου 1824 επιτροπή που ερευνά την υπόθεση. Τρεις μέρες αργότερα εκδίδεται προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη με τον τίτλο «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος». Κατά την προκήρυξη, που ήταν πράξη διοικητική και όχι δικαστική, η επιτροπή τον κρίνει ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης. Μέχρι και σήμερα παραμένει αμφίβολο αν η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε ποτέ. Πάντως ο Καραϊσκάκης στερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αποχωρήσει από το Αιτωλικό. Οι δε πολίτες κλήθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον «εχθρό της πατρίδας» εφόσον αυτός «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν».

Παύει να θεωρείται «προδότης»

Έτσι στις 3 Μαΐου 1824 ο Καραϊσκάκης φεύγει από το Αιτωλικό και αφού ζυγίζει την κατάσταση στέλνει στις 27 του μηνός έγγραφη συγνώμη προς τον Μαυροκορδάτο. Η αποκατάστασή του θα γίνει στις 25 Ιουνίου 1824 με την κυβέρνηση να του αναγνωρίζει και πάλι όλους τους βαθμούς και τα αξιώματα και να τον διατάζει να εκστρατεύσει στην Ανατολική Στερεά μαζί με 300 άνδρες. Παράλληλα η περιοχή των Αγράφων κρίνεται σκόπιμο να χωριστεί σε δύο τμήματα, με το ανατολικό να αποδίδεται στον Καραϊσκάκη και το δυτικό στον Γιαννάκη Ράγκο.

«Χίλια να πάρουν εκείνοι όπου θα με θάψουν. Δύο χιλιάδες έχει ο γραμματικός, τέσσερις χιλιάδες γρόσια της (σ.σ. Τουρκάλας) Μαργιώς. Τα άλλα να μοιρασθούν διά την ψυχήν μου. Αυτά όπου έχω εις την σακκούλαν μου να τα λάβουν οι γραμματικοί και τζαουσάδαις μου».

Τέλη του 1824 ο Καραϊσκάκης θα λάβει μέρος μαζί με τον οπλαρχηγό Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους Ρουμελιώτες στον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο και ακολούθως θα δώσει με αυταπάρνηση το παρών σε πλειάδα μαχών κατά των Τούρκων με αποτέλεσμα το καλοκαίρι του 1825 να διοριστεί γενικός αρχηγός όλων των εκτός Μεσολογγίου ελληνικών στρατευμάτων της Στερεάς.

Εχθρός του η φυματίωση

Όταν ξεκινά η πολιορκία του Μεσολογγίου, ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Τζαβέλλα καταστρώνουν σχέδιο περικύκλωσης από ξηράς όλων των Τούρκων που περιβάλλουν την ιστορική πόλη. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο ξεκινά να εφαρμόζεται την 21η Ιουλίου 1825. Αν και δεν ολοκληρώνεται ποτέ, καταφέρνει να προκαλέσει σημαντικές απώλειες στον εχθρό. Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826 που το Μεσολόγγι εκπορθείται, ο ίδιος βρίσκεται άρρωστος στον Πλάτανο της Ναυπακτίας. Η φυματίωση τον ταλαιπωρεί από την παιδική ηλικία και συχνά καταφεύγει σε γιατροσόφια. Μόλις μαθαίνει πως μερικοί καταταλαιπωρημένοι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου γλιτώνουν, ετοιμάζει ψωμί και σφαχτά που τους τα μοιράζει πλουσιοπάροχα.

Η φυματίωση τον ταλαιπωρεί από την παιδική ηλικία και συχνά καταφεύγει σε γιατροσόφια. Μόλις μαθαίνει πως μερικοί καταταλαιπωρημένοι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου γλιτώνουν, ετοιμάζει ψωμί και σφαχτά που τους τα μοιράζει πλουσιοπάροχα.

Αρχές Ιουνίου του ίδιου έτους η φλόγα της Επανάστασης κινδυνεύει να σβήσει. Στην Δυτική Στερεά η εξέγερση έχει ήδη καταπνιγεί. Στην Ανατολική η κατάσταση είναι εξίσου τραγική καθώς στα χέρια των Ελλήνων εξακολουθεί να παραμένει μονάχα η Ακρόπολη των Αθηνών, η Κάζα (μια στενή ορεινή διάβαση της Δυτικής Αττικής ανάμεσα στα όρη Κιθαιρώνας και Πάστρα) και τα Δερβενοχώρια. Αν και η φυματίωση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, ο Καραϊσκάκης προτείνει να ηγηθεί του αγώνα της Στερεάς. Ο πρόεδρος της νεοπαγούς ελληνικής Διοικητικής Επιτροπής Αλέξανδρος Ζαΐμης όμως που τον θεωρεί «ως τον αξιότερο στρατιωτικό» του αναθέτει τη γενική αρχιστρατηγία, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ο «γιος της καλογριάς» είχε λεηλατήσει την οικία της οικογένειάς του.

Δεινός στρατηγικός νους

Έτσι, στις 19 Ιουλίου 1826 ο Καραϊσκάκης ξεκινά με περίπου 600 άνδρες από το Ναύπλιο για τη Στερεά όπου είχαν εισβάλει ο Ομέρ Πασάς και ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς, περισσότερο γνωστός ως Κιουταχής. Ο αγωνιστής της Επανάστασης ξεδιπλώνει πολύ γρήγορα στο πεδίο της μάχης τη στρατιωτική του δεινότητα και μετατρέπει τον Κιουταχή από πολιορκητή σε πολιορκούμενο. Καθ’ υπόδειξή του, συγκροτείται στην Ελευσίνα γενικό ελληνικό στρατόπεδο για τον καλύτερο συντονισμό των επιχειρήσεων. Δεν συμφωνούν όμως όλοι με τα πλάνα του. Αρκετές είναι οι φορές που έρχεται σε διαφωνία με τον Γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό διοικητή Κάρολο Φαβιερό, ως προς τις τακτικές που θα έπρεπε να ακολουθηθούν, με αποτέλεσμα αρχές Αυγούστου του 1826 να χαθεί η μάχη του Χαϊδαρίου. Όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την κάτω πόλη των Αθηνών, ο Καραϊσκάκης δίνει εντολή να ενισχυθεί η φρουρά της Ακρόπολης με περιορισμένο έστω σώμα ενόπλων υπό τον Κριεζώτη.

Στήνει πυραμίδα με 1.500 κεφάλια

Όσο προβάλει σθεναρή αντίσταση η Ακρόπολη εκείνος εκστρατεύει στη Βοιωτία, στη Φθιώτιδα και την Φωκίδα προκειμένου να ανακόψει τις τουρκικές εφοδιοπομπές. Τα καταφέρνει. Ο εχθρός παύει να ενισχύεται με πολεμοφόδια. Πληροφορούμενος ότι τα τουρκαλβανικά σώματα του Μουστάμπεη οδεύουν προς την Άμφισσα μέσω Αράχοβας, βάζει στόχο να τους σταματήσει. Τη νύχτα της 18ης Νοεμβρίου 1826 σπεύδει πρώτος στην Αράχοβα την οποία και οχυρώνει με τη βοήθεια των κατοίκων της. Τις επόμενες έξι ημέρες οι μάχες που διεξάγονται αποδεικνύονται πέρα για πέρα νικηφόρες. Από τους περίπου 2.000 Οθωμανούς διασώζονται μόλις οι 300. Με τη λήξη των μαχών ο Καραϊσκάκης θα στήσει μια πυραμίδα με τα κεφάλια των περίπου 1.500 Τουρκαλβανών. Κατόπιν προχωρεί σε εκκαθαρίσεις αρκετών περιοχών και τέλη του 1826 εισέρχεται στο Τουρκοχώρι σκοτώνοντας ο ίδιος τον Μεχμέτ Πασά. Έχοντας πλέον ελευθερώσει σχεδόν όλη τη Στερεά (εκτός από τη Βόνιτσα, το Μεσολόγγι και τη Ναύπακτο) επιστρέφει Φεβρουάριο του 1827 στην Αττική. Το τέλος του πλησιάζει.

Το βράδυ της 22ας Απριλίου 1827 οργανώνεται μια επιχείρηση κατά του εχθρού. «Κανείς μας δεν θα ξεκινήσει άκαιρα τους πυροβολισμούς πριν δώσω το σύνθημα για γενική επίθεση» θα πει. Ωστόσο λίγη ώρα αργότερα οι Κρητικοί από το οχύρωμά τους προκαλούν τους Τούρκους και καθώς εκείνοι απαντούσαν, γενικεύονται οι εχθροπραξίες. Ο Καραϊσκάκης αν και βαριά άρρωστος σπεύδει στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί, μια σφαίρα τον τραυματίζει θανάσιμα στο υπογάστριο.

Θεωρεί σκόπιμο να μεταφέρει το στρατόπεδό του από την Ελευσίνα στο Κερατσίνι, στα υψώματα του οποίου χτίζει «ταμπούρια», πρόχειρες μικρές οχυρώσεις και χαρακώματα ώστε να αποκρούσει τις επιθέσεις του οθωμανού στρατηγού Κιουταχή. Προς ενίσχυσή του αρχιστράτηγου φθάνουν 2.000 Πελοποννήσιοι αλλά και οι διορισμένοι από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, Τόμας Κόχραν (ως «στολάρχος πασών των ναυτικών δυνάμεων») και ο ομοεθνής του Ρίτσαρντ Τσωρτς (ως «διευθυντής χερσαίων δυνάμεων») – αμφότεροι Βρετανοί με τους οποίους ο Καραϊσκάκης εξαρχής δεν τα πάει καλά. Συνεχώς λογομαχούν καθώς οι Άγγλοι έχουν μάθει να κατευθύνουν οργανωμένους στρατούς, ενώ ο «γιος της καλογριάς» ήξερε καλά να κουμαντάρει τους περισσότερο απείθαρχους και αδαείς δε τέτοιου είδους τακτικές Έλληνες αγωνιστές. Οι διαφωνίες αυτές θα οδηγήσουν τον Καραϊσκάκη στο να επεμβαίνει προσωπικά σε όλες τις συγκρούσεις με τους Τούρκους.

Θα υποκύψει ανήμερα της γιορτής του, 23 Απριλίου 1827, στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Κερατσινίου. Ανεπιβεβαίωτες πηγές θέλουν τον δολοφόνο να προέρχεται από την ελληνική πλευρά, και ειδικότερα από άνθρωπο που εκτελούσε εντολές του Μαυροκορδάτου με τον οποίο είχαν γνωστή έριδα. Οι περισσότερες πρωτογενείς πηγές ωστόσο επιμένουν ότι πυροβολήθηκε από Τούρκους.

Το τέλος

Το βράδυ της 22ας Απριλίου 1827 οργανώνεται μια επιχείρηση κατά του εχθρού. «Κανείς μας δεν θα ξεκινήσει άκαιρα τους πυροβολισμούς πριν δώσω το σύνθημα για γενική επίθεση» θα πει. Ωστόσο λίγη ώρα αργότερα οι Κρητικοί από το οχύρωμά τους προκαλούν τους Τούρκους και καθώς εκείνοι απαντούσαν, γενικεύονται οι εχθροπραξίες. Ο Καραϊσκάκης αν και βαριά άρρωστος σπεύδει στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί, μια σφαίρα τον τραυματίζει θανάσιμα στο υπογάστριο. Μεταφέρεται εσπευσμένα πίσω στο στρατόπεδο.

Θα υποκύψει ανήμερα της γιορτής του, 23 Απριλίου 1827, στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Κερατσινίου. Ανεπιβεβαίωτες πηγές θέλουν τον δολοφόνο να προέρχεται από την ελληνική πλευρά, και ειδικότερα από άνθρωπο που εκτελούσε εντολές του Μαυροκορδάτου με τον οποίο είχαν γνωστή έριδα. Οι περισσότερες πρωτογενείς πηγές ωστόσο επιμένουν ότι πυροβολήθηκε από Τούρκους.

Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του: «Ανάστημα μέτριο, σώμα ισχνό, ώτα μεγάλα και λεία»

Ο συγγραφέας πολεμικών απομνημονευμάτων και αγωνιστής του 1821 Χριστόφορος Περραιβός κάνει μια πολύ αναλυτική περιγραφή των εξωτερικών χαρακτηριστικών του Γεώργιου Καραϊσκάκη.

«Ανάστημα μέτριον, σώμα ισχνόν, χρώμα υπομέλαν και ασθενές, πρόσωπον μακρύ και λεπτόν, μέτωπον πλατύ, όφρεις (σ.σ. φρύδια) πλατίαι δασίαι και μελαναί· οφθαλμοι μικροί και μελανοί· ώτα μεγάλα και λεία· ριν λεπτή και ευθεία· στόμα μεγάλον· όδοντες μικροί· μύσταξ μέτριος και μέλας· αι τρίχες της κεφαλής του ομοίως, εξ ων ήσαν και ολίγαι λευκαί· είχε νουν (ως προς ένα αμαθή) ικανώς εκτυλιγμένον, γεννητικόν και δραστήριον· ανδρείος και τολμηρός εις τους κινδύνους· στρατηγηματικός, ακούραστος εις τους αγώνας· μεγαλόψυχος εις τας σκληραγωγίας μολονότι ην αδύνατος· μεταδοτικός, κοινωνικός με όλους».

Η διαθήκη του Καραϊσκάκη: «Χίλια να πάρουν εκείνοι όπου θα με θάψουν»

Βλέποντας ότι πλησιάζει το τέλος του, ο βαριά τραυματισμένος Γεώργιος Καραϊσκάκης ζήτησε να υπαγορεύσει τη διαθήκη του, η οποία βρίσκεται μέχρι και σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη. Ο ήρωας της Επανάστασης άφησε «σαράντα τέσσαρες χιλιάδες γρόσια εις το κεμέρι (σ.σ. ζώνη με θήκες για τη φύλαξη χρημάτων) του Μήτρου Αγραφιώτη. Από αυτά αι τριάντα χιλιάδες να δοθούν εις ταις τσούπραις (σ.σ. κορίτσια) μου· να ταις περιλάβουν οι δύο Μήτριδες, του Σκυλοδήμου και του Αγραφιώτη. Δύο χιλιάδες να πάρη ο ένας Μήτρος και δύο ο άλλος όπου με εδούλευαν.

Χίλια να πάρουν εκείνοι όπου θα με θάψουν. Δύο χιλιάδες έχει ο γραμματικός, τέσσερις χιλιάδες γρόσια της (σ.σ. Τουρκάλας) Μαργιώς. Τα άλλα να μοιρασθούν διά την ψυχήν μου. Αυτά όπου έχω εις την σακκούλαν μου να τα λάβουν οι γραμματικοί και τζαουσάδαις μου. Το τουφέκι και άτιά μου να πάνε των παιδιών μου και ώρα μου. Έξ χιλιάδες γρόσια μου θέλει ο Νοταράς Ιωάννης. Δέκα πέντε χιλιάδες γρόσια έχει ο Μήτρος του Σκυλοδήμου διά τον Κασινίκα καί λοιπούς, Δαγλή και άλλους αξιωματικούς».