Η ποιήτρια Λένα Καλλέργη εξετάζει την επανάσταση της ελληνικής γλώσσας

Γύρω στο 1821 η Ελληνική γλώσσα μπαίνει στη νεότερη εποχή της, στη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πολύ σημαντικές αλλαγές τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο. Σκέφτομαι πάντα την επέτειο αυτή ως ορόσημο για τις γλωσσικές αλλαγές που συνοδεύουν τις πολιτικές και κοινωνικές. Ο διάφορες τοπικές διάλεκτοι που μιλιούνταν στον Ελληνόφωνο κόσμο οδηγήθηκαν, με τα χρόνια, σε πολύ πιο περιορισμένα ίχνη διαλέκτων, με εξαίρεση την Κύπρο. Όσο για τον γραπτό λόγο, πέρασαν πολλά χρόνια και πολλές έντονες διαμάχες για να προκύψει μια γραμματική που επικράτησε των άλλων και που χρησιμοποιείται ουσιαστικά μέχρι σήμερα.

Υπήρχε από πριν το 1821 μια προφορική γλώσσα αρκετά κοινή, που χρησιμοποιούσαν κυρίως οι έμποροι και στην οποία πιθανότατα βασίστηκε η μετέπειτα κοινή προφορική γλώσσα που εξελίχθηκε σε αυτή που μιλάμε σήμερα. Δυστυχώς, η έλλειψη και η αναξιοπιστία των καταγραφών της προφορικής γλώσσας της εποχής, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γλωσσικό ζήτημα και στη «διόρθωση» των γλωσσικών φαινομένων σύμφωνα με αρχαία στοιχεία, δεν έχει επιτρέψει τη μελέτη της προφορικής αυτής κοινής.

Η λεγόμενη «καθαρεύουσα» της εποχής, κυρίως προς το τέλος του 19ου αιώνα, δημιουργούσε σύγχυση ως ακατάστατο και φορτισμένο ιδεολογικά γλωσσικό υβρίδιο, γεμάτο στοιχεία από διάφορες εποχής της Ελληνικής γλώσσας. Ως γραπτή εκδοχή της γλώσσας πέρασε από διάφορες μορφές, αναλόγως με το ποιος τη χρησιμοποιούσε. Η διαφορά των προφορικών και των γραπτών εκδοχών και η έλλειψη λογικών κανόνων που να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες της προφορικής και της γραπτής επικοινωνίας δημιούργησαν πόλωση στις κοινωνικές ομάδες που καθεμιά υποστήριζε την ταυτότητα και τις αξίες της μέσα από τη γλώσσα. Δεν υπήρξε, αρχικά, αρκετή προσπάθεια να συμπεριληφθούν γλωσσικά στοιχεία από όλες τις καταγωγές και ομάδες που έφτιαχναν το νέο κράτος με τρόπο που να ενισχύει τη μεταξύ τους ενότητα και το αίσθημα ότι ανήκουν και ταιριάζουν στο νεοσύστατο κράτος. Αντιθέτως, επικράτησε η νοοτροπία της «διόρθωσης» των γλωσσικών τύπων και της απόδοσης αξίας σε τύπους που θύμιζαν προηγούμενες εποχές.

Σκέφτομαι την πληθώρα και τον πλούτο των διαλέκτων και των γλωσσικών τύπων κοντά στο 1821 και θα ήθελα πολύ να μπορούσα να γνωρίσω και να μελετήσω καλύτερα τι συνέβαινε τότε. Πάντα είναι κρίμα όταν επικρατεί μια γλωσσική μορφή κι απαγορεύεται ή υποβαθμίζεται μια άλλη σε βαθμό που να εξαφανίζεται, αφού έχει μείνει για καιρό περιορισμένη ή κρυφή. Οι διάλεκτοι και οι γλώσσες που σβήνουν παίρνουν μαζί τους κωδικοποιημένες οπτικές και ερμηνείες του κόσμου, πλούτο εμπειριών και γνώσεις. Ευτυχώς που καταγράφηκε κάποια λογοτεχνία της εποχής κι έτσι διασώζονται μερικά στοιχεία και ευτυχώς που η σύγχρονη γλωσσολογία προσπαθεί να καταγράφει και να διατηρεί ό,τι κινδυνεύει να χαθεί επειδή δεν έχει πια πολιτική ισχύ, επικοινωνιακή χρησιμότητα και ζωντανούς ομιλητές.

Το δικό μου 1821, λοιπόν, έχει πολλές λαλιές, πολλές ανταλλαγές, ειρηνικές και μη, κι έτσι είναι μέσα μου πολύχρωμο και μπερδεμένο. Μέρος εκείνης της σύγχυσης φτάνει και μέχρι τις μέρες μας, αφού η γλώσσα η σημερινή στερείται, σε σημαντικό βαθμό, γενικώς αποδεκτούς κανόνες που να θεωρούνται επίσημοι και να σχεδιάζονται, να αναθεωρούνται και να επικαιροποιούνται τακτικά, πράγμα που συμβαίνει σε γλώσσες όπως η Γερμανική ή η Γαλλική. Δημιουργείται έτσι διαρκώς ακαταστασία και χάος στη γραφή που βλέπουμε π.χ. στον Τύπο, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί κανόνες για τους επιμελητές κειμένων, και κάθε τόσο προκύπτει ένα βιβλίο με οδηγίες χρήσης της γλώσσας που είναι όμως έργο ενός προσώπου και όχι αποτέλεσμα συγκροτημένης εθνικής πολιτικής για τη γλώσσα. Έχουμε ακόμα σημαντικές αποφάσεις να πάρουμε στο πεδίο αυτό.

Περισσότερα για τη Λένα Καλλέργη: ΠΡΟΣΩΠΟ – Βιβλιοnet (biblionet.gr)